Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2011

Ριζικές αλλαγές στην ποινική δικαιοσύνη


ΤΙ ΠΡΟΒΛΕΠΕΙ ΤΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΠΟΥ ΨΗΦΙΣΤΗΚΕ ΠΡΟΣΦΑΤΑ

Αναδημοσίευση από: www.rethnea.gr

Οι πρόσφατες αλλαγές στην Ποινική Δικαιοσύνη, που δεν έχουν γίνει ευρέως γνωστές πλην του νομικού κόσμου, φέρνουν τα πάνω κάτω σε σχέση με όσα ίσχυαν μέχρι σήμερα στην απονομή της δικαιοσύνης από το στάδιο της προδικασίας μέχρι και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης για κάθε υπόθεση.

Το νομοσχέδιο, που ψηφίστηκε από τη Βουλή στις 23 Δεκεμβρίου, φέρει τον τίτλο «Εξορθολογισμός και βελτίωση της απονομής δικαιοσύνης», χαρακτηρίζεται από καινοτομίες κάποιες εκ των οποίων μάλιστα εφαρμόζονται κατά κόρον στην Αμερική.

Το ζητούμενο είναι, αν και πόσο έτοιμη είναι η χώρα μας να εφαρμόσει τις αλλαγές αυτές και αν πραγματικός στόχος του υπουργείου Δικαιοσύνης είναι αφενός η βελτίωση και επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης και αφετέρου η πρόληψη του εγκλήματος, ο σωφρονισμός των παραβατών και η κοινωνική τους επανένταξη. Διότι κατά πολλούς, οι πρόσφατες τροποποιήσεις κάποιων διατάξεων του ποινικού κώδικα, όπως π.χ. οι εναλλακτικές ποινές, η κοινωνική εργασία δηλαδή αντί την φυλάκιση ή η εξαγορά της ποινής, στοχεύουν αποκλειστικά και μόνο στην αποσυμφόρηση των φυλακών. Και αν δεχτούμε πως ισχύει το δεύτερο, τότε υπάρχει ο φόβος πως αντί να μειωθεί το έγκλημα κάθε μορφής, θα αυξηθεί.

Το καινούργιο νομοσχέδιο, προβλέπει μεταξύ άλλων: μετατροπή της ποινής σε παροχή κοινωνικής εργασίας, κάτι εξάλλου που προβλεπόταν από το 1991 αλλά ουδέποτε σχεδόν εφαρμόστηκε, εξαγορά της ποινής με δόσεις που διαρκούν έως και δυο χρόνια, νέα και ευνοϊκότερη ρύθμιση για τον θεσμό της αναστολής, υπό όρους απόλυση, κατ’ οίκον έκτιση της ποινής ενώ εισάγεται και στο ελληνικό δίκαιο η δυνατότητα «ποινικής συνδιαλλαγής» μεταξύ των διαδίκων.

Επίσης, απαγορεύει την τρίτη αναβολή μιας δίκης, ενώ μετατρέπονται εκ νέου ορισμένα αδικήματα από κακουργήματα σε πλημμελήματα. Εξάλλου, τα περισσότερα πλημμελήματα μεταφέρονται για εκδίκαση από το Εφετείο στα Μονομελή Δικαστήρια. Αυτό μπορεί να αποφορτίζει μεν τα Εφετεία από μεγάλο όγκο δουλειάς, ωστόσο μπλοκάρει τα Τριμελή Πλημμελειοδικεία και «φορτώνει» στους ώμους νέων κατά κανόνα δικαστών, σοβαρές υποθέσεις, όπως ψευδορκία, όπλα, πλαστογραφία, απάτη.

Με μια πρώτη ματιά, μπορεί να πει κάποιος πως η Δικαιοσύνη στο εξής θα είναι ελαστικότερη και ότι οι παραβάτες θα αντιμετωπίζονται με μεγαλύτερη επιείκεια. Μια τέτοια εξέλιξη δε, μάλλον δεν θα βρίσκει σύμφωνους τους πολίτες, θύματα κατηγορουμένων, άσχετα ότι θα τους βρουν σύμφωνους αν αφορά τους ίδιους σε περίπτωση που βρεθούν κατηγορούμενοι.

Δεν μπορεί επίσης να αγνοηθεί το «φοροεισπρακτικό στοιχείο» που προκύπτει από τις αλλαγές τόσο στην μετατροπή της ποινής φυλάκισης σε χρηματική όσο και στην καταβολή σημαντικού ποσού από τον πολίτη που επιθυμεί να υποβάλλει μήνυση.

Είναι αλήθεια πάντως, πως οι αλλαγές στην Ποινική Δικαιοσύνη προβληματίζουν τόσο τους δικηγόρους όσο και τους δικαστές που μάλλον είναι επιφυλακτικοί ως προς την εφαρμογή τους αλλά και ως προς το αποτέλεσμα που θα έχουν σε σχέση με το έγκλημα.

«Εξορθολογισμός και βελτίωση» στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης ή «ο Σίσυφος θα συνεχίσει να τιμωρείται;» αναρωτήθηκε πρόσφατα ο δικηγόρος Ρεθύμνου Ανδρέας Αργυρόπουλος, στη διάρκεια εισήγησης του σε συνέδριο της Ένωσης Ποινικολόγων Κρήτης που πραγματοποιήθηκε στο Ηράκλειο. Συνεχίζοντας τον προβληματισμό του, με εύγλωττο τρόπο είπε χαρακτηριστικά ενώπιον των συναδέλφων του:

«Σύμφωνα με έναν από τους πιο ιδιόμορφους μύθους της ελληνικής μυθολογίας, οι θεοί είχαν καταδικάσει τον Σίσυφο να κυλάει αδιάκοπα ένα βράχο ως την κορυφή ενός βουνού απ’ όπου η πέτρα, με το βάρος της, έπεφτε και πάλι προς τα πίσω. Είχαν σκεφτεί, δικαιολογημένα, πως δεν υπάρχει πιο φοβερή τιμωρία από τη χωρίς όφελος και ελπίδα εργασία.

Όσο διαφορετικές και αν είναι οι θέσεις, οι απόψεις και οι εμπειρικές παραστάσεις που μπορεί να έχουμε άπαντες οι εμπλεκόμενοι καθ’ οιονδήποτε τρόπο στο σύστημα λειτουργίας της ποινικής δικαιοσύνης, θεωρώ βέβαιο ότι όλοι-λιγότερο ή περισσότερο-συμφωνούμε, πως η ελληνική ποινική δικαιοσύνη, με το διαμορφωμένο πλαίσιο λειτουργίας από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, έχει γίνει ένας αφόρητα βαρύς και δυσκίνητος βράχος, που, χάρη σε επιπόλαιες παρεμβάσεις και τροποποιήσεις κομήτες, ανεβαίνει λίγο παραπάνω στην πλαγιά του βουνού, για να επιστρέψει τελικά στους πρόποδες ακόμα πιο ογκώδης και βραδυκίνητος.

Με ευαγγελιζόμενο στόχο τον εξορθολογισμό και τη βελτίωση της απονεμόμενης ποινικής δικαιοσύνης, τέθηκε πρόσφατα σε ισχύ ο Ν. 3904/2010, ο οποίος επέφερε, μεταξύ άλλων, τροποποιήσεις στον Ποινικό Κώδικα, στην Ποινική Δικονομία και σε ορισμένους Ειδικούς Ποινικούς Νόμους».

Επιδιωκόμενος σκοπός των τροποποιήσεων του Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με την έκθεση του υπουργείου Δικαιοσύνης που συνοδεύει τον νόμο, είναι: «Ο εκσυγχρονισμός του συστήματος ποινών, δια της παροχής περισσότερων δυνατοτήτων πρακτικής εφαρμογής εναλλακτικών μέτρων και ποινών, έτσι ώστε να μειωθεί ο σωφρονιστικός πληθυσμός. Η φυλάκιση δηλαδή, να παραμείνει ως ποινή μόνο για τα σοβαρά αδικήματα και για τους υπότροπους εγκληματίες».

Ο ποινικολόγος Ανδρέας Αργυρόπουλος, τον οποίο η εφημερίδα μας ευχαριστεί για τη βοήθεια του στην κωδικοποίηση των αλλαγών που επήλθαν στον Ποινικό Κώδικα έτσι ώστε να γίνουν περισσότερο κατανοητές στο ευρύ κοινό, (διπλ. σελίδα) δεν είναι αισιόδοξος για τ’ αποτελέσματα τους σε σχέση με τη μείωση της εγκληματικότητας αφού θεωρεί ότι το υπουργείο Δικαιοσύνης περισσότερο έλαβε υπ΄όψιν του την αποσυμφόρηση των φυλακών και πολύ λιγότερο την πρόληψη του εγκλήματος και τον σωφρονισμό των παραβατών.

«Η αντεγκληματική πολιτική στην Ελλάδα παραμένει σε εμβρυακό στάδιο, αφού αδυνατεί να ξεκινήσει από την πρόληψη, να προχωρήσει στην αστυνομία και στα δικαστήρια και να καταλήξει στις φυλακές και στην επανένταξη.

Αν αυτά τα δεδομένα διατηρηθούν, θεωρώ βέβαιο ότι οι σημερινές μεταβολές του Ν. 3904/2010 έχουν ημερομηνία λήξης και σε σύντομο χρονικό διάστημα, θα συζητάμε και πάλι για τα νέα μέτρα «εκσυγχρονισμού του συστήματος ποινών» και μείωσης του σωφρονιστικού πληθυσμού» καταλήγει.

Ο γενικός γραμματέας της Ένωσης Ποινικολόγων Κρήτης, Βαγγέλης Μουνδριανάκης, δικηγόρος Ρεθύμνου, σχολιάζοντας τις αλλαγές του Ποινικού Κώδικα, λέει στα «Ρ.Ν.»:

«Πρόκειται για μια εκτεταμένη τροποποίηση του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας που έχει ως σκοπό να αποσυμφορήσει τις φυλακές από τα άτομα που έχουν υποπέσει στην λεγόμενη χαμηλή εγκληματικότητα. Άποψη μου είναι ότι οι αλλαγές είναι σε θετική κατεύθυνση.

Διαφωνώ με όσους λένε ότι είναι μια αποσπασματική παρέμβαση. Θεωρώ δηλαδή ότι μπορεί να ενταχθεί με ένα καλό τρόπο στο όλο ποινικό δικαιικό σύστημα. Αναγκαστικά βεβαίως παρεμβαίνει σε οξυμένες καταστάσεις που έχουν να κάνουν με την αποσυμφόρηση των φυλακών και με την ταχύτητα απονομής δικαιοσύνης.

Συμφωνώ βέβαια ότι θα αποσυμφορηθούν τα Εφετεία και τα Τριμελή καθώς μεταφέρεται μεγάλος όγκος υποθέσεων στα Μονομελή Δικαστήρια. Δεν θα το θεωρούσα αυτό αρνητικό αν υπήρχε επαρκής αριθμός δικαστών και αν η εκπαίδευση τους αλλάξει σε πολύ σημαντικό βαθμό ώστε να έχουν πληρέστερη κατάρτιση προκειμένου με την ανάλογη ευθύνη ν’ αποφασίζουν και για υποθέσεις μεγαλύτερης σοβαρότητας.

Εκεί που εγώ έχω πολύ σημαντική διαφωνία είναι η θέσπιση του παραβόλου των 100 ευρώ προκειμένου να ασκηθεί έγκληση. Κατά την άποψη μου, οι πολίτες πρέπει να έχουν απεριόριστη ελευθερία προσφυγής στη Δικαιοσύνη. Με την θέσπιση του παραβόλου, επιδιώκεται, μ’ ένα τρόπο για μένα μη αποτελεσματικό, η μείωση των μηνύσεων οι οποίες είναι γεγονός πως σήμερα είναι πάρα πολλές. Θα μπορούσε όμως αυτό ν’ αντιμετωπιστεί, χωρίς να αποστερείται ο πολίτης από το δικαίωμα της ελεύθερης πρόσβασης του στις υπηρεσίες της Δικαιοσύνης, με επιβολή μεγάλου ποσού στην περίπτωση που η έγκλιση απορριφθεί ως αβάσιμη νομικά ή ουσιαστικά».

Ερωτώμενος ο κ. Μουνδριανάκης αν θεωρεί ότι οι αλλαγές θα λειτουργήσουν σωφρονιστικά για τους παραβάτες, απαντάει:

«Πιστεύω ότι αν το σύστημα της μετατροπής της ποινής φυλάκισης σε χρηματική ποινή ή κοινωνική εργασία αλλά και της αναστολής, δουλέψει σωστά, τότε πιστεύω ότι πράγματι δίνεται μια δεύτερη ευκαιρία σε όσους έχουν διαπράξει μικρότερης σημασίας αδικήματα, να ενταχθούν.

Η ασύμμετρη σκληρότητα σε σχέση με την πράξη, που πολλές φορές μέχρι σήμερα επιδεικνυόταν από τη νομοθεσία, τώρα αμβλύνεται και νομίζω ότι η μεταχείριση αυτή θα επιδράσει θετικά».

Τις αλλαγές στην Ποινική Δικαιοσύνη, σχολιάζουν και άλλοι δικηγόροι του Ρεθύμνου, των οποίων οι απόψεις στα περισσότερα σημεία μάλλον συγκλίνουν.

«Θεωρώ ότι δεν πρόκειται για διατάξεις που αλλάζουν το προφίλ της απονομής της Ποινικής Δικαιοσύνης. Έχουν μια τάση αποφόρτισης των δικαστηρίων και κατ’ επέκτασιν των φυλακών, με εν μέρει καινοτόμα μέτρα, πλην όμως δεν γνωρίζουμε αν είναι εφαρμόσιμα συνολικά. Το νομοσχέδιο εισάγει πολύ ωραίους θεσμούς, όπως είναι η ποινική συνδιαλλαγή, που όμως η εφαρμογή τους είναι, αν όχι ανέφικτη, τουλάχιστον δύσκολη καθώς δεν υπάρχουν ούτε υποδομές ούτε προσωπικό όπως απαιτείται» επισημαίνει στα «Ρ.Ν.» ο δικηγόρος Νίκος Κοτζαμπασάκης, που επίσης τον βρίσκει αντίθετο η προοπτική αποφόρτισης των Εφετείων εις βάρος των Μονομελών Δικαστηρίων.

Θετικά αλλά και αρνητικά σημεία, βρίσκει στο νομοσχέδιο και ο δικηγόρος Παντελής Φουρφουλάκης, που λέει:

«Στα συν του νομοσχεδίου, κατά την άποψη μου, είναι η δυνατότητα της μετατροπής των ποινών και η αύξηση του ορίου αναστολής.

Στα συν είναι και η δυνατότητα ανασταλτικού αποτελέσματος στην έφεση όπου σε καθείρξεις μέχρι δέκα έτη το δικαστήριο θα πρέπει αιτιολογημένα να αναφέρει γιατί δεν το χορηγεί. Στα θετικά επίσης είναι οι διατάξεις περί ποινικής συνδιαλλαγής, στο οικονομικό κυρίως έγκλημα, όπου εκεί ουσιαστικώς οριοθετείται η εξόφληση-αποζημίωση του παθόντα ως ένα μέσον άρσεως του αξιοποίνου της πράξεως.

Στα πλην, πάντα κατά τη δική μου κρίση, είναι η αλλαγή της αρμοδιότητας των δικαστηρίων, καθώς σοβαρά πλημμελήματα πλέον φεύγουν από την αρμοδιότητα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου αρχικώς και του Εφετείου στη συνέχεια και μεταβιβάζονται στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο και κατ’ έφεσιν στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο. Θεωρώ λάθος, σοβαρά ποινικά αδικήματα να εναποτίθενται σε δικαστές οι οποίοι κατά τεκμήριο είναι νέοι και άπειροι.

Ο στόχος του υπουργείου Δικαιοσύνης, με τις αλλαγές, είναι ο εξής: α) η αποσυμφόρηση των φυλακών από κατάδικους πλημμεληματικών πράξεων ή καθείρξεων μέχρι δέκα έτη, β) η αποσυμφόρηση κυρίως των πινακίων των Εφετείων και γ) εν όψει του «τσουνάμι» των φορολογικών μέτρων ένα ακόμα εισπρακτικό μέτρο που δίνει στους κατηγορούμενους τη δυνατότητα πληρώνοντας να κερδίζουν την ελευθερία τους.

Η εγκληματικότητα με τα νέα μέτρα δεν πρόκειται να μειωθεί αλλά ούτε και να αυξηθεί. Ο εγκληματίας δεν κάθεται να διαβάζει το νόμο και να πράττει αναλόγως».

Ένα βήμα προς τον εκσυγχρονισμό της Ποινικής Δικαιοσύνης, θεωρεί ο δικηγόρος Αντώνης Βουλγαράκης το νόμο που ψηφίστηκε στη Βουλή στις 23 Δεκεμβρίου.

«Οι αλλαγές στην Ποινική Δικαιοσύνη σίγουρα έγιναν υπό πίεση και υπό το καθεστώς της ανάγκης αποσυμφόρησης αφενός των δικαστηρίων και αφετέρου των φυλακών, ωστόσο θεωρώ πως είναι προς τη σωστή κατεύθυνση.

Ο νέος νόμος όντως βοηθάει στην επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης και όντως θα αποσυμφορηθούν τα δικαστήρια. Επίσης, δίνει τη δυνατότητα σε πολλά άτομα που δεν έχουν τα χρήματα να πληρώσουν τις μετατροπές των ποινών τους, να μπορούν να κάνουν τη λεγόμενη εναλλακτική έκτιση ποινής με την παροχή κοινωνικής εργασίας.

Πολύ θετική είναι η δυνατότητα αναστολής της ποινής όπου επεκτείνεται το όριο. Ο θεσμός της ποινικής συνδιαλλαγής είναι επίσης ένα ακόμα θετικό σημείο παρά το γεγονός ότι επειδή προέρχεται από ένα άλλο σύστημα δικαίου (Αμερική) μπορεί να φαίνεται ασύμβατος με το δικό μας σύστημα και να δημιουργεί απορίες. Αρνητικό θεωρώ το σημείο μη δυνατότητας αναβολής της δίκης για τρίτη φορά.

Τώρα εάν με ρωτάτε πόσο μπορεί να λειτουργούν όλες αυτές οι αλλαγές σωφρονιστικά για τους κατηγορούμενους, εκεί θα σας απαντήσω ότι υπάρχει ένα θέμα που σηκώνει πολύ συζήτηση. Θα σας πω μόνο πως εκτός από δικηγόρος είμαι και πολίτης και συμφωνώ ότι δεν μπορεί να υπάρχει η αίσθηση της ατιμωρησίας» αναφέρει ο κ. Βουλγαράκης.

ΕΠΙΕΙΚΕΣΤΕΡΗ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

Οι σημαντικότερες αλλαγές στην ποινική δικαιοσύνη

Ο δικηγόρος Ρεθύμνου Ανδρέας Αργυρόπουλος, κωδικοποίησε τις βασικές αλλαγές που επήλθαν στον Ποινικό Κώδικα, με το νομοσχέδιο που ψηφίστηκε στις 23 Δεκεμβρίου και είχε την ευγενή καλοσύνη να βοηθήσει τα «Ρ.Ν.» στη σημερινή παρουσίαση τους. Ο περιορισμένος χώρος βέβαια, δεν επιτρέπει την δημοσίευση όλων των λεπτομερειών που αφορούν κάθε διάταξη.

Συνοπτικά, οι αλλαγές είναι οι παρακάτω:

1. Ο θεσμός της μετατροπής της ποινής

α) Τόσο με την προηγούμενη όσο και με την καινούρια ρύθμιση, οι ποινές φυλάκισης μέχρι ένα (1) έτος μετατρέπονται σε χρηματική ποινή, ενώ το ίδιο συμβαίνει κατά κανόνα με τις ποινές φυλάκισης από ένα (1) μέχρι δύο (2) έτη (η εξαίρεση αφορά την περίπτωση που ο δράστης είναι υπότροπος και το δικαστήριο κρίνει, με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του, ότι απαιτείται η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων).

Σε αντίθεση όμως με την προγενέστερη μορφή του άρθρου 82, καθιερώνεται πλέον ως κανόνας η μετατροπή και των μεγαλύτερων ποινών φυλάκισης, από δύο (2) έως τρία (3) έτη (που με το προϊσχύσαν καθεστώς αποτελούσε την εξαίρεση).

β) Για το ποσό της μετατροπής λαμβάνεται πλέον υπόψη, εκτός από την οικονομική και η προσωπική κατάσταση του δράστη, με ενδεικτική στο νόμο απαρίθμηση των προσδιοριστικών της εν γένει κατάστασης του καταδικασθέντος στοιχείων, δηλαδή:
- τα καθαρά έσοδα από την εργασία του κατά μέσο όρο κάθε ημέρα,
- άλλα εισοδήματά του,
- την περιουσία του
- τις οικογενειακές υποχρεώσεις του, χωρίς να αποκλείεται ο συνυπολογισμός και άλλων υποχρεώσεων από το δικαστήριο.

Επίσης, ρυθμίζονται και τα όρια της μετατροπής από τρία ευρώ (αντί 10€ που ίσχυε) έως 100 ευρώ, με την προοπτική να μετατρέπεται με διαφορετικό ποσό η ποινή ενός π.χ. άνεργου οικογενειάρχη από αυτή του επιχειρηματία που καταδικάσθηκε για την τέλεση οικονομικών εγκλημάτων.

γ) Η νέα ρύθμιση απλοποιεί τη διαδικασία για την τμηματική καταβολή του ποσού της μετατροπής.

- πλέον, το ίδιο το δικαστήριο που θα έχει κρίνει επί της μετατροπής, θα χορηγεί προθεσμία, από δύο (2) έως τρία (3) έτη, για την καταβολή του, σε δόσεις που επίσης ορίζει το δικαστήριο, σε κάθε περίπτωση που αντιλαμβάνεται, είτε από την αποδεικτική διαδικασία είτε αφού υποβάλλει ερώτημα στον καταδικασθέντα είτε και μετά από αίτημα του τελευταίου, ότι αυτός αδυνατεί να καταβάλει αμέσως το σύνολο του ποσού μετατροπής της ποινής.

Αντίστοιχα, προβλέπεται η απόλυση εκείνων που κρατούνται σήμερα επειδή δεν έχουν να πληρώσουν το ποσό της μετατροπής, προκειμένου να καταβάλλουν τμηματικά το υπόλοιπο της ποινής τους, ενώ απολύονται οι κρατούμενοι μόνο για δικαστικά έξοδα

δ) Η μετατροπή της ποινής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας αποτελεί εναλλακτικό τρόπο έκτισης της ποινής που προβλέφθηκε μεν στη χώρα μας το έτος 1991, εφαρμόστηκε όμως στην πράξη ελάχιστα αυτά τα είκοσι χρόνια, λόγω της παραπομπής του νομοθέτη σε έκδοση υπουργικών αποφάσεων για την πρόβλεψη των εκτελεστικών προδιαγραφών του θεσμού, των συνεχιζόμενων ελλείψεων σε επίπεδο πρακτικής εφαρμογής του, της ανυπαρξίας κριτηρίων που θα μπορούσαν να καθοδηγήσουν τον δικαστή για αυτή τη μορφή της μετατροπής και, κυρίως, του υπερβολικά υψηλού, ελάχιστα θελκτικού και στην πράξη ουτοπικού αριθμού των ωρών παροχής κοινωφελούς εργασίας.

Με τη νέα ρύθμιση αφενός, μειώνονται οι ώρες της κοινωφελούς εργασίας, αφετέρου γίνεται πιο ελαστική η εκτέλεσή της, με την πρόβλεψη μιας σειράς μέτρων σε περίπτωση ελλιπούς εκτέλεσης, ώστε να αποφεύγεται η επιστροφή των καταδικασθέντων στη φυλακή «από την πίσω πόρτα».

«Η μετατροπή της ποινής, όπως και η ποινή σε χρήμα, συναντά ευρύτατη διάδοση στις σύγχρονες κοινωνίες. Συγκεντρώνει πλεονεκτήματα, καθώς:

α) δεν αποκόπτει το δράστη από την οικογένεια και το εργασιακό περιβάλλον του,

β) ενισχύει τον κρατικό προϋπολογισμό,

γ) βοηθά στην αποσυμφόρηση των φυλακών και

δ) ο δράστης στερείται ένα μέρος της περιουσίας του, οπότε αισθάνεται-τουλάχιστον κατά ένα μέρος-το χαρακτήρα της ποινής» επισημαίνει ο κ. Αργυρόπουλος.



2. Ο θεσμός της αναστολής της ποινής

Ανάλογα με τη μετατροπή και ο θεσμός της αναστολής εισήχθη, για να παρέχει στους «πρωτόπειρους» εγκληματίες τη δυνατότητα να ανασταλεί για ορισμένο χρονικό διάστημα η εκτέλεση της ποινής τους, ενώ μετά την πάροδο του χρόνου αυτού, αν η αναστολή δεν αρθεί η ανακληθεί, η ποινή τους θεωρείται σα να μην είχε ποτέ επιβληθεί, επισημαίνει ο κ. Αργυρόπουλος.

Τι προβλέπει όμως η νέα ρύθμιση:

α) Με το προϊσχύσαν καθεστώς, η αναστολή εκτέλεσης της ποινής, αν ο δράστης δεν είχε καταδικασθεί αμετάκλητα σε ποινή άνω των έξι (6) μηνών, εφαρμοζόταν κατά κανόνα σε ποινές φυλάκισης μέχρι δύο (2) έτη και δυνητικά σε ποινές μέχρι πέντε (5) έτη. Η διάρκεια της αναστολής ήταν τουλάχιστον τρία (3) έως πέντε (5) έτη.

Πλέον, με την κατάργηση του άρθρου 100Α, οι τρεις «κλιμακώσεις» αναστολής (μέχρι δύο έτη, δύο-τρία έτη και τρία-πέντε έτη) συμπτύσσονται σε δύο:
α) καταδίκη μέχρι τρία έτη
β) καταδίκη μεγαλύτερη από τρία μέχρι πέντε έτη

Έτσι, η δυνατότητα αναστολής εκτέλεσης της ποινής επεκτείνεται και αφορά πλέον κατά κανόνα σε όλους τους καταδικασθέντες σε ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε (5) έτη, αν δεν έχουν καταδικασθεί αμετάκλητα σε ποινή μεγαλύτερη του ενός (1) έτους (από έξι (6) μήνες, που ίσχυε).

β) Στις περιπτώσεις της αναστολής υπό επιτήρηση (για ποινές άνω των τριών ετών), προβλέπεται:

- διάρκεια αναστολής από τρία (3) έως πέντε (5) έτη,

- επιμέλεια και επιτήρηση από τον «Επιμελητή Κοινωνικής Αρωγής» με εβδομαδιαίες συνεδρίες, επίβλεψη για την εκπλήρωση των όρων που επιβάλλει το δικαστήριο και υποβολή ανά εξάμηνο σχετικής έκθεσης στον αρμόδιο εισαγγελέα.

- επιβολή όρων από το δικαστήριο που αποφάσισε την αναστολή υπό επιτήρηση (άρθρο 100 § 3).

Αξιολογώντας τον παραπάνω θεσμό, ο κ. Αργυρόπουλος, σχολιάζει:

«Ο θεσμός της αναστολής είναι κατ’ αρχήν επιβεβλημένος και επιτυχής, στο μέτρο που αποτρέπει τον καταδικασθέντα από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων, στις οποίες θα μπορούσε να τον ωθήσει η βραχυχρόνια διαβίωσή του στις φυλακές και ο συγχρωτισμός με επικίνδυνα άτομα.

Ωστόσο, από το έτος 1991 μέχρι και σήμερα, οι προϋποθέσεις της αναστολής τροποποιούνται διαρκώς επί το επιεικέστερο και ο πραγματικός λόγος δεν είναι η άνοδος του επιπέδου του νομικού πολιτισμού μας, αλλά το αδιαχώρητο και η ανάγκη αποσυμφόρησης των ανεπαρκών να αντιμετωπίσουν την αύξουσα εγκληματικότητα φυλακών μας, στοιχείο που αποδεικνύει το διαπιστωμένο έλλειμμα της χώρας μας σε συνειδητή σωφρονιστική και αντεγκληματική πολιτική και την ευκαιριακή αντιμετώπιση του προβλήματος.

Αν κάποτε ψιθυρίζαμε στους διαδρόμους των δικαστηρίων ότι «για πλημμέλημα στην Ελλάδα, δεν πας φυλακή», πλέον, με τη νέα ρύθμιση, μπορούμε να το φωνάξουμε δυνατά, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων και ακραίων περιπτώσεων, και δεν πιστεύω ότι αυτό γίνεται, γιατί επικράτησε στη χώρα μας μια ορθή αντίληψη κοινοτισμού και περιορισμού του αποκλεισμού από τον κοινωνικό ιστό ατόμων που είναι επανεντάξιμα.

Αντιμετωπίζω αρνητικά, και ως συνήγορος και ως πολίτης αυτής της χώρας, το γεγονός ότι ο δράστης πλημμελήματος και, μάλιστα, όχι πλέον μόνο ο «πρωτόπειρος», αλλά και αυτός που έχει ήδη αμετάκλητες καταδίκες μέχρι ένα έτος, θα γνωρίζει ουσιαστικά εκ των προτέρων ότι δεν θα υπάρχει κίνδυνος να εκτίσει πραγματικά την όποια ποινή φυλάκισης του επιβληθεί.

Ούτε η τρομοκρατία, ούτε όμως η αδιαφορία (στην οποία υπάρχει ο κίνδυνος να καταλήξει ο «διευρυμένος» θεσμός της αναστολής), μπορεί να αποδώσουν και να ενισχύσουν την εμπιστοσύνη στην ισχύ της έννομης τάξης ή να αποτρέψουν τους τρίτους από το έγκλημα.

Το ιδεατό εξακολουθεί να παραμένει η ισορροπία ανάμεσα σε μία λειτουργία της ποινής, η οποία πρέπει να υπάρχει και να την αισθάνεται ο καταδικασθείς και στις δυνατότητες δεύτερης και τρίτης ευκαιρίας που-ούτως ή άλλως-παρέχονται στον δράστη».

Υπό όρους απόλυση και ευεργετικός υπολογισμός της ποινής Ο θεσμός της υπό όρους απόλυσης είναι αυτός που κατεξοχήν προσδίδει ελαστικότητα στην έκτιση της ποινής, αφού παρέχει τη δυνατότητα στον καταδικασθέντα σε στερητική της ελευθερίας ποινή, να απολυθεί πριν την εκτίσει στο σύνολό της.

Μέχρι σήμερα προβλεπόταν η μερική έκτιση της ποινής (κατά το ήμισυ) και η μετατροπή του υπολοίπου της σε χρηματική, ενώ με το άρθρο 105 ΠΚ ο δράστης αποφυλακιζόταν με υπό όρους απόλυση κατά κανόνα μόλις συμπλήρωνε τα 2/5 της ποινής του. Με την νέα ρύθμιση:

α) Παρέχεται η δυνατότητα απόλυσης των καταδικασθέντων σε φυλάκιση τριών έως πέντε ετών, που έχουν εκτίσει το 1/5 της ποινής τους, το δε επόμενο 1/5 της ποινής τους μετατρέπεται σε χρηματική ποινή ή αν ο κρατούμενος δεν μπορεί να πληρώσει, σε παροχή κοινωφελούς εργασίας.

«Είναι προφανές ότι με αυτό το μέτρο, επιδιώκεται (μόνο) η άμεση αποσυμφόρηση των φυλακών» υπογραμμίζει ο κ. Αργυρόπουλος.

β) Προβλέπεται ο ευεργετικός υπολογισμός των ημερών παραμονής σε κατάστημα κράτησης (μία ημέρα παραμονής ισούται με δύο ημέρες έκτισης) για ορισμένες κατηγορίες βαρέως πασχόντων κρατουμένων (παραπληγικούς, καρκινοπαθείς, άτομα με διαπιστωμένο ποσοστό αναπηρίας 80% και άνω κ.ο.κ.), καθώς και για τις κρατούμενες μητέρες που κρατούνται μαζί με τα ανήλικα τέκνα τους.



3. Κατ’οίκον έκτιση της ποινής

Στον Ποινικό Κώδικα, υπήρχε διάταξη που αφορούσε τους υπερήλικες και προέβλεπε τη δυνατότητα της κατ’ οίκον έκτισης της ποινής για άτομα που είχαν καταδικασθεί σε ποινές φυλάκισης για οφειλές προς το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. και είχαν υπερβεί το 75ο έτος της ηλικίας τους.

Η νέα ρύθμιση, επεκτείνεται σε όλους τους κρατουμένους με ποινή φυλάκισης, οι οποίοι είναι άνω των 75 ετών, ενώ διορθώνει και κάποιες λειτουργικές ατέλειες της προηγούμενης ρύθμισης, καθώς προσδιορίζει σαφώς το χρόνο και τον τόπο εμφάνισης των κρατουμένων (πρώτη ημέρα κάθε μήνα στο Α.Τ. του τόπου κατοικίας) και προβλέπει συγκεκριμένες ενέργειες του εισαγγελέα έκτισης της ποινής - ανάλογες με αυτές που προβλέπονται για την ελλιπή ή πλημμελή εκτέλεση της κοινωφελούς εργασίας, στην περίπτωση παράλειψης εκ μέρους των κρατουμένων της υποχρέωσης εμφάνισής τους.



4. Ποινική Συνδιαλλαγή

Η διαδικασία της ποινικής συνδιαλλαγής, προβλεπόταν μέχρι σήμερα αλλά αφορούσε περιορισμένα αδικήματα, όπως υπεξαίρεση, σε βαθμό πλημμελήματος, απάτη, απιστία, τοκογλυφία και αισχροκέρδεια. Εφόσον ο υπαίτιος ικανοποιούσε πλήρως τον ζημιωθέντα μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η υπόθεση δεν έφτανε στο ακροατήριο. Στη νέα διάταξη, εξαλείφεται το αξιόποινο όλων σχεδόν των εγκλημάτων κατά της ιδιοκτησίας και περιουσίας, όπως η κλοπή, η απρόκλητη φθορά ξένης ιδιοκτησίας, η αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος και η παραπλάνηση ανηλίκων σε χρέη, πλην της ληστείας και της εκβίασης, συμπεριλαμβανομένων και των κακουργημάτων.

Η ποινική συνδιαλλαγή, είναι ένας θεσμός που εφαρμόζεται κυρίως στην Αμερική, σε σημείο μάλιστα τέτοιο, σύμφωνα με τον κ. Αργυρόπουλο, που η συντριπτική πλειοψηφία των ποινικών υποθέσεων (ακόμα και ποσοστό 90-95%!) ολοκληρώνεται στα πλαίσια της συνδιαλλαγής και δεν καταλήγει ποτέ στο ποινικό ακροατήριο.

Η διάταξη αυτή, αν κρίνουμε από απαντήσεις που έδωσαν στα «Ρ.Ν.» αρκετοί επιστήμονες, πανεπιστημιακοί, νομικοί ακόμα και δικαστές, αντιμετωπίζεται με πολλές επιφυλάξεις αλλά και καχυποψία.

Με τη συγκεκριμένη ρύθμιση, οι διάδικοι «επιλύουν’ τις διαφορές τους χωρίς να φτάσει η υπόθεση στο ακροατήριο. Αρκεί το θύμα να ικανοποιηθεί-αποζημιωθεί από τον θύτη. Αφορά βεβαίως μια κατηγορία αδικημάτων όπου το προσβαλλόμενο αγαθό είναι είτε η ιδιοκτησία είτε η περιουσία, χωρίς τη χρήση βίας. «Οι επιφυλάξεις έγκεινται στο κατά πόσο ο θεσμός αυτός θα μπορέσει να λειτουργήσει στις πραγματικές του διαστάσεις και να μην εκτραπεί από συνδιαλλαγή σε συναλλαγή. Ο θεσμός αυτός, ιδίως σε επίπεδο κακουργημάτων, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την έννοια της γενικής πρόληψης, την οποία υπηρετεί η ποινή ως βασική παράμετρος του ποινικού μας συστήματος» σχολιάζει στην εφημερίδα μας πρώην δικαστής, προσθέτοντας: «Η ποινική συνδιαλλαγή ενδεχομένως να «επιτρέπει» στον κατηγορούμενο να ακολουθεί παραβατική συμπεριφορά, διότι θα γνωρίζει εκ των προτέρων ότι δεν θα τιμωρηθεί».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου